Αρχική » Posts » Featured » Εργοστάσιο Columbia: 61 χρόνια Μουσικής Ιστορίας που Αντιμετωπίζονται σαν Τσιμέντο

Εργοστάσιο Columbia: 61 χρόνια Μουσικής Ιστορίας που Αντιμετωπίζονται σαν Τσιμέντο

Κείμενο, Φωτογραφίες: Σοφία Ζαχαριάδη
αναδημοσίευση από: vice.com

Η ελληνική επιχειρηματικότητα -και κατ’επέκταση, πραγματικότητα- βρίθει από παραδείγματα σφετερισμού, φθοράς και δια-φθοράς. Στην περίπτωση της Columbia δε, αυτό καταγράφεται σε όλο της το μεγαλείο από την αρχή της δημιουργίας της, την περίοδο ακμής της έως το κλείσιμο, τη λεηλασία και τελικά την -παράνομη- κατεδάφιση μέρους, των κτηρίων της.

Η Columbia, καταρχήν, είναι ένα κτήριο που αν τυχόν έχεις κάνει τη διαδρομή Πειραιάς-Κηφισιά με το τρένο, επεβίωσες της ασφυξίας σ’αυτό, και κατάφερες να ξεκλέψεις και μια κλεφτή ματιά από το smartphone στον κόσμο, σε έχει αν μη τι άλλο κάνει να αναρωτηθείς τι σόι ιστορία να κουβαλά αυτή η επιγραφή που δεσπόζει από τα λοιπά κτήρια της Λεωφόρου Ηρακλείου.

Η επιγραφή αυτή λοιπόν, παλαιότερα είχε και δύο νότες τριγύρω, σήμα κατατεθέν για τα όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της για παραπάνω από μισό αιώνα και ακόμα περισσότερο για την ιστορία που γράφτηκε όλα αυτά τα χρόνια στους δόλιους τοίχους, που πλέον τους ‘δέρνει “ο αγέρας κι η βροχή, μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή”.

Γιατί όμως ήταν “γλυκιά απαντοχή”; Γιατί στην Ελλάδα του ’30, που έναν αιώνα μετά την Τουρκοκρατία έζησε σωριδόν εσωτερικούς τριγμούς (δολοφονία Καποδίστρια, Βασιλείς-Αντι-Βασιλείς), παρέα με  εξωτερικούς τριγμούς (Βαλκανικούς Πολέμους, Πρώτο Παγκόσμιο, Μικρασιατική Καταστροφή) δημιουργήθηκε η ανάγκη να χτιστεί ένα εργοστάσιο παραγωγής δίσκων και μουσικής στην καρδιά του Μεσοπολέμου και της, τότε, οικονομικής κρίσης; Με λίγα λόγια, έστεκαν στα καλά τους οι Αγγλοσάξονες ερχόμενοι εδώ να επενδύσουν;

Ο φωνογραφιτζής της γειτονιάς παίζει τα “σουξέ” της εποχής – Αρχείο Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη 

Μια χαρά έστεκαν! Καθ’ότι το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Άγγλων, σε συνδυασμό ίσως και με την γενικότερη αποικιοκρατική-“προστατευτική” του τάση έναντι του Ελληνικού πολιτισμού, από τα μάρμαρα έως και την εγκαθίδρυση του δυτικού τραγουδιού-γνωστότερου σε μας ως “ξένο”, αντιλήφθηκε από πολύ νωρίς “την εμπορική αξία του πλούτου της Μεσογειακής λεκάνης”. Ενός πλούτου που με την έλευση του φωνόγραφου μπορούσε πλέον όχι μόνο να καταγραφεί αλλά και να λειτουργήσει ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους Έλληνες της διασποράς, τους εσωτερικούς μετανάστες αλλά και τους Έλληνες της Σμύρνης που συρρέανε κατά δεκάδες χιλιάδες μετά την Καταστροφή της μνήμης το ‘22. Διόλου τυχαία, στην Ελλάδα, οι δίσκοι παρουσιάζανε θεαματικές πωλήσεις. Από τα σπίτια των πλουσίων έως τα λαϊκά καφενεία και τους δρόμους, πάντα υπήρχε ένας φωνόγραφος να παίζει. Αν το μεροκάματο ήταν 150δρχ, ο δίσκος έκανε 180δρχ. Αλλά ακόμα και αν η τσέπη δεν το άντεχε, πάντα φρόντιζαν να περισσεύει κάτι για τον φωνογραφιτζή της γειτονιάς. Εξ ου και το άσμα.

Ενόσω λοιπόν, οι φωνόγραφοι παίζαν, απαλύνοντας μεράκια και καημούς μια χώρας που προσπαθούσε να γίνει κράτος, χτίζονταν τα πρώτα θεμέλια της πλέον επικερδέστερης επιχείρησης στην ιστορία της ανθρωπότητας: το τραγούδι.

Η εξωτερική όψη της Columbia με κυματίζουσες την Ελληνική και Αγγλική σημαία – Αρχείο Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη 

Η βρετανική Columbia στοχεύοντας δυναμικά στην αγορά των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής αποφασίζει να οργανώσει εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας “γραμμοφώνων, ραδιοφώνων, φωνογραφικών δίσκων, διαφραγμάτων, μεγαφώνων και παντός είδους φωνοληπτικών, ηχητικών οργάνων ως και άλλων συναφών προϊόντων”.

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1930, το πρώτο και μοναδικό εργοστάσιο δίσκων έως το 1974, είναι γεγονός. Γεγονός επίσης -και παγκόσμια πρωτοτυπία- είναι ότι η Columbia είχε δύο εγχώριους αντιπροσώπους: τους αδελφούς Λαμπρόπουλους για την Columbia-His Master’s Voice και τον Μίνωα Μάτσα για την Odeon-Parlophone. Παρόλο που εκείνη την περίοδο η βρετανική Columbia είχε ενσωματώσει τις δύο αυτές ετικέτες σε μια, στην Ελλάδα προτίμησαν δύο αντιπρόσωποι να μοιράζονται μια αγορά, στο πλαίσιο μιας ‘’συναινετικής’’ ανταγωνιστικότητας που κατά καιρούς έκανε την συναίνεση κομπολόι.

Αναμνηστική φωτογραφία του προσωπικού του εργοστασίου. Διακρίνονται από δεξιά, με γραβάτα, ο Ευάγγελος Αρεταίος και ο Άγγλος υπεύθυνος Ρόμπερτ Μακένζυ. – Αρχείο Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη

Με μετοχικό κεφάλαιο 1.486.000δρχ. και αρχικά 40 εργάτες, που πολύ γρήγορα φτάσανε τους 100, το εργοστάσιο μπαίνει στην παραγωγή. Ελλείψει αιθουσών φωνοληψίας, τα πρώτα χρόνια οι φωνοληψίες γίνονται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, συνήθως ξενοδοχείων. Έπειτα, το 1935, ο τεχνικός διευθυντής της εταιρίας Ευάγγελος Αρεταίος, μεταβαίνει στο Λονδίνο, εκπαιδεύεται και επιστρέφει στην Ελλάδα για να δημιουργήσει και να λειτουργήσει το πρώτο studio στην ιστορία αυτού του τόπου. Το 1963 το στούντιο αυτό μετονομάστηκε σε studio III, λόγω εκσυγχρονισμού του εργοστασίου και κατασκευής άλλων δύο στούντιο, και το 2006 γκρεμίστηκαν όλα μαζί, καθώς το “Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων” τα ανακήρυξε μη διατηρητέα λόγω έλλειψηςαρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Αλλά ας μην προτρέχουμε…

Αρχές δεκαετίας ’70, σε ώρα ανάπαυλας, έξω από το κτίριο των στούντιο I και ΙΙ. O ηχολήπτης Νίκος Κανελλόπουλος(δεξιά) με τον παραγωγό Αχιλλέα Θεοφίλου. -Αρχείο οικογένειας Ν.Κανελλόπουλου. 

Τα πρώτα χρόνια, οι φωνοληψίες κόστιζαν πολλά χρήματα στις εταιρίες. Οπότε, γινόταν πολύ προσεκτική “περισυλλογή” των καλλιτεχνών που θα έμπαιναν στο στούντιο να γράψουν. Αυτό σημαίνει ότι εκείνη την εποχή η παραγωγή -πάντα ελλείψει χρημάτων!-λειτουργούσε αντίστροφα: από τα κάτω προς τα πάνω. Δηλ. πρώτα το τραγούδι γινόταν αγαπητό από τον κόσμο και μετά ηχογραφούνταν. Έπειτα, με την εξέλιξη της τεχνολογίας,  το κόστος έπεσε και η παραγωγή γύρισε ανάποδα.

Τα βασικά θεμέλια της επιχειρηματικότητας τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό ήταν, είναι και θα είναι το κέρδος. Δεκτόν. Το κέρδος όμως δεν χρειάζεται να είναι a priori εις βάρος μας, αλλά και προς χάριν μας. Κοινώς υπάρχει κι άλλος δρόμος προς την πολυπόθητη ανάπτυξη και ένας από αυτούς είναι η διατήρηση της κουλτούρας. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν εννοούμε αυτή την κουλτούρα, ούτε αυτή που γεννήθηκε στους κόλπους της Columbia.

Θα έχετε ακούσει όλοι φαντάζομαι λίγο πολύ, ότι η στιχουργός Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου σε πολλά τραγούδια που έγραψε δεν είχε την αντίστοιχη ευτυχία να δει το όνομα της σ’αυτά, καθώς τα παραχωρούσε στις εταιρείες ή στους εκάστοτε καλλιτέχνες για ψίχουλα, ώστε να ικανοποιήσει, όπως λένε, το πάθος της για τα χαρτιά.  Η αλήθεια όμως είναι ότι και άλλοι καλλιτέχνες που δεν χαρτοπαίζανε απαραίτητα είχανε λίγο πολύ την ίδια αντιμετώπιση. Συνεπώς, οι εγχώριοι αντιπρόσωποι όχι μόνο κερδίζανε χρήματα από τις πωλήσεις, αλλά φροντίζανε να παίρνουν και από τα δικαιώματα! Ήταν πάγια τακτική της εταιρίας στους νιόφερτους ή στους λιγότερο δικτυωμένους να θέτουν όρους τύπου: “8 δικά σου, τα 2 στην εταιρία” ή  να τα δίνουν σε πιο γνωστούς καλλιτέχνες ώστε να πουλήσουν περισσότερο. Πολλά και ποικίλα τα παραδείγματα, τα οποία αν θες να ψάξεις υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο.  Έτσι, τελείως μαγ(ειρ)ικά ,ο Μίνωας Μάτσας έχει βρεθεί να είναι στιχουργός 250 τραγουδιών -που με τα χρόνια όλο και αυξάνονται- ένα εκ των οποίων και το γνωστότατο “Μινόρε της Αυγής”. Το οποίο τραγουδάνε οι Χατζηχρήστος, Βαμβακάρης, Σταμούλης, αλλά επουδενί γράψανε! Όχι, ήταν παραγγελιά του καλλιτεχνικού διευθυντή της εταιρίας, Σπύρου Περιστέρη. Μην επιμένεις!

Και ίσως, αναρωτηθείς τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κατάσταση της Columbia σήμερα;

Μέσα δεκαετίας 70. Πρόβα στο στούντιο. Ο Μίκης Θεοδωράκης, που επιστρέφοντας από το εξωτερικό στη μεταπολίτευση συνεργάζεται με τη Minos. Πλαισιωμένος (αριστερά) από τον παραγωγό Αχιλλέα Θεοφίλου και (δεξιά) τους Μάκη Μάτσα και Νίκο Κανελλόπουλο. – Αρχείο οικογένειας Ν.Κανελλόπουλου

Στην Columbia, δημιουργήθηκαν δυο ισχυρότατες κουλτούρες τις οποίες έχουμε πάρει προίκα έως και τις μέρες μας. H μια είναι αυτή της μουσικής λαϊκής παράδοσης, που παρά την προσπάθεια του εξευρωπαϊσμού και των «χρηστών ηθών» που κατά καιρούς την λογοκρίνανε επεβίωσε, επιβιώνει και θα επιβιώνει στον αιώνα τον άπαντα και η άλλη είναι η κουλτούρα της παραχάραξης. Την κουλτούρα δηλαδή που θέλει μια εταιρία να έχει υλικά κέρδη, όπως κεφάλαιο,  χρήμα κλπ και το εντυπωσιακότερο όλων: ιδιοκτησία και μάλιστα πνευματική!

Η Columbia γεννήθηκε στην καρδιά του Μεσοπολέμου. Έζησε μια μακρά περίοδο λογοκρισίας, επεβίωσε στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, την Κατοχή. Στον εμφύλιο μάσαγε “Πασατέμπο” και έπαιζε “Κομπολογάκι”, ενώ στη Χούντα 460 άνθρωποι δουλεύανε τις πρέσες στους ρυθμούς του “Μεγάλου μας Τσίρκου”, ακολουθώντας μια μοναχική πορεία συνεχών επιτυχιών και εκσυγχρονισμού όταν η υπόλοιπη Ελλάδα είχε μείνει στάσιμη, (παρ)ακολουθώντας της κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Ήταν όμως το 1991 -πριν ακόμα που έφερε το οριστικό της τέλος. Και το 2006, την συντριβή της.

Θα λέγαμε ότι η Columbia ξεκίνησε και τελείωσε από μια ανάγκη. Διαγράφοντας έναν τέλειο κύκλο, όπως αρμόζει σε κάθε βιβλίο Ιστορίας, αυτόν της ακμής και της παρακμής. Η αρχική ανάγκη των Αγγλοσαξόνων ήταν το κέρδος και η τελική ανάγκη τους να ρεφάρουν από την παγκόσμια πτώση των πωλήσεων, αλλά και την έλευση των cd. Ένας πιθανός εκσυγχρονισμός του εργοστασίου της Columbia, ώστε να καλοδεχτεί την ψηφιακή τεχνολογία, χρειαζόταν τεράστιες επενδύσεις που οι Άγγλοι δεν επιθυμούσαν και δεν μπορούσαν να κάνουν..

Έτσι, το 1983 σταματούν οριστικά οι ηχογραφήσεις και στις 30 Δεκεμβρίου του 1991 το εργοστάσιο κλείνει μια για πάντα τις πύλες του. Από τότε έως και το 2006 που αγοράζεται το οικόπεδο από τον Σαμουήλ(Μάκη)Μάτσα, υιό του Μίνωα Μάτσα της Odeon, όλες οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου, ο εξοπλισμός του έως και το αρχείο του δέχονται τόσες υλικές καταστροφές και τέτοιο πλιάτσικο που μόνο οι φωτογραφίες μπορούν να το περιγράψουν!

Το studio III όπως φωτογραφήθηκε από τον Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη 

Και ενώ η Columbia στον Β’ παγκόσμιο που οι Γερμανοί την είχαν επιτάξει, είχε κάποιες υλικές καταστροφές και μια μικρή παράγωγη, προπαγανδιστικού κυρίως υλικού, ήταν σε περίοδο Ειρήνης και οικονομικής ανάπτυξης που καταστράφηκε ολοσχαιρώς.

Είναι ενδιαφέρον λοιπόν, να αναρωτηθούμε γιατί η Columbia με την ιστορία κυρίως που καταγράφηκε στο εσωτερικό της δεν διασώθηκε; Όταν πχ. Στην Γαλλία η εταιρία Pathe έχει δημιουργήσει ολάκερο μουσικό χωριό ή στην ρατσιστική Αμερική, όπως συνηθίζουμε να λέμε, το κράτος ζήτησε από τους ιδιώτες να ξαναχτίσουν, εν είδει προστίμου, την Αφροαμερικάνικη δισκογραφική Stax Records -που είχαν προηγουμένως γκρεμίσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Ηχογραφώντας τον “Μεγάλο Ερωτικό”(Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1972). Μάνος Χατζιδάκις, Φλέρυ Νταντωνάκη και Ανδρέας Ροδουσάκης. -Από περιοδικό εποχής. 

Αντ’ αυτού, εμείς την αντιμετωπίσαμε ως βάρος. Την κρίναμε βάση του αρχιτεκτονικού της σχεδιασμού και δικαιολογήσαμε το γκρέμισμα των στούντιο ως μια ανάγκη να διασωθούν τα κεφάλια των διερχομένων από τα, πράγματι, άναρχα ντουβάρια των στούντιο που είχαν την τάση όχι μόνο να ξεκολλούν αλλά και να εξφενδονίζονται 50 μέτρα μακριά, ντουγρού στο κεφάλι του ανυποψίαστου πολίτη. 14.000 στρέμματα φιλέτο έναντι  61 χρόνων ιστορίας για την ανέγερση εμπορικού κέντρου!

Έτσι, το Σάββατο 13 Μαΐου του 2006 ξεκινούν το γκρέμισμα. Την Κυριακή σταματούν για ν’ ακουστεί αυτό και την Δευτέρα με την αυγούλα κατεδαφίζουν ολοσχαιρώς τα στούντιο που περάσανε όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες του Ελληνικού Πενταγράμμου: Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Χιώτης, Ζαμπέτας, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Μούτσης, Μπέλλου, Μοσχολιού και η λίστα δεν έχει τέλος…

Παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της «Πρωτοβουλίας για την διάσωση και αξιοποίηση της Columbia», κάποιων κατοίκων και λίγων καλλιτεχνών η Ελληνική επιχειρηματικότητα έδωσε το πράσινο φως στον Σαμουήλ(Μάκη)Μάτσα να μπετώσει την ιστορία και να μας παραχωρήσει ένα κτήριο της Columbia μαζί με το πρόπυλο για μουσείο. Τι θα βάλει στο μουσείο παραμένει άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι, αν η αρχιτεκτονική μας ευαισθησία το απαιτεί, το πρόπυλο του εργοστασίου θα μεταφερθεί  κάπου μέσα στα 14.000 στρέμματα γης, ώστε να μη φαίνεται παράταιρο και σου ταράζει τις θύμησες, όταν θα περνάς με το τρενάκι σου κάπου στην διαδρομή Πειραιά-Κηφισιά.

Μιλώντας για θύμησες, ο Τζέφρυ Ευγενίδης στο βιβλίο του Middlesex, μας σερβίρει το εξής ωραίο: «Ζώντας ένας άνθρωπος πορεύεται, όχι προς το μέλλον αλλά προς το παρελθόν».

Ίσως λοιπόν, θα ‘πρεπε ν’ αναρωτηθούμε, γιατί τελευταία ό,τι γνωρίζαμε από το παρελθόν στην Ελλάδα όλο και περισσότερο τείνει να χάνει την υλική του υπόσταση, δίνοντας τη θέση του σ’ ένα ευκαιριακό παρόν μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη.